Στην αρχαία ελληνική μυθολογία η φυσική και ηθική τάξη ενσαρκώνονταν από την Τιτανίδα Θέμιδα, κόρη της Γαίας και του Ουρανού, προφήτισσα και σύμβολο του δικαίου. Ωστόσο, παρά την σπουδαιότητα της δικαιοσύνης στη ζωή τους, τόσο οι αρχαίοι Έλληνες, όσο και οι Ρωμαίοι την προσωποποιούσαν με ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: την παρίσταναν τυφλή.

Ο συμβολισμός αυτός είχε σαφή σκοπό να δείξει ότι η Θέμις (ή Justitia στο ρωμαϊκό Πάνθεο) ήταν ένας αντικειμενικός και αμερόληπτος κριτής, ανεξαρτήτως του κατηγορουμένου που δίκαζε.
Μολαταύτα, με την πάροδο των αιώνων η αίγλη της Θέμιδας άρχισε να ξεθωριάζει, ενώ η ίδια άλλαζε, προκαλώντας έτσι αλλαγές και στον κόσμο μας. Στην Ελλάδα του σήμερα βρέθηκε ρακένδυτη, χλευασμένη από την κοινωνία και την πολιτεία και με βαθιές «πληγές», «πληγές» που τις προκάλεσαν αυτοί που δηλώνουν ότι την προασπίζουν.
Μέσα στον ξεπεσμό και την παρακμή της, η Θέμιδα κατάφερε να βρει το φως της, χωρίς όμως να μπορέσει να αποφύγει τα προβλήματα όρασης. Τα ελληνικά δικαστήρια την υποδέχθηκαν με χαρά και έτσι άρχισε και πάλι να δικάζει, για πρώτη φορά με τα μάτια ανοιχτά, σε ένα σκηνικό-παρωδία του υψηλού ιδεώδους του δικαίου.
Τελευταίο θύμα της υπήρξε μία 29χρονη κοπέλα με το όνομα Ηριάννα, η οποία – αν όλα γίνουν «σωστά» – θα περάσει τα επόμενα 13 χρόνια της ζωής της σε ένα κελί, χωρίς να έχει παρουσιαστεί κανένα πειστικό τεκμήριο για την όποια ενοχή της.

Αφήνοντας την μυθολογία στην άκρη και κοιτώντας τους θνητούς υπεύθυνους στα μάτια, θα διαπιστώσουμε την ειδεχθή υποκρισία τους, τις αηδιαστικές τους προθέσεις, τις ύπουλες μεθόδους τους. Η Ηριάννα είναι ένοχη για τρομοκρατία (χωρίς καταθέσεις μαρτύρων και με μόνο στοιχείο ένα δείγμα DNA που δεν ταυτοποιήθηκε πλήρως) στην χώρα όπου οι μεγαλοεφοπλιστές κρίνονται με άλλα μέτρα και σταθμά από την δικαιοσύνη, στο κράτος όπου «η μη καταβολή δεδουλευμένων δεν συνιστά αιτία βλαπτικής μεταβολής των όρων σύμβασης εργασίας» κατά τον Άρειο Πάγο, στον τόπο όπου έχουν αφεθεί ελεύθεροι καθ’ ομολογίαν δολοφόνοι είτε ως αθώοι (Μελίστας), είτε λόγω γραφειοκρατίας (Ρουπακιάς).

Μέσα σ’ αυτό το υπέροχο κλίμα και κάτω από αυτές τις συνθήκες, ένας άλλος «αδικημένος» ντύθηκε με την σειρά του δικαστής και έκρινε ένοχη και πάλι την Ηριάννα. Ο λόγος για τον Κωνσταντίνο Μπογδάνο, γνωστό για το ύφος και το ήθος του, που με την κίνηση του αυτή απέδειξε για άλλη μία φορά πόσο χαμηλού επιπέδου είναι ο χαρακτήρας του. Ωστόσο, η κίνηση αυτή έδειξε πολλά και για το επίπεδο της επίσημης δικαιοσύνης, η οποία φαίνεται να συμφωνεί με ημιμαθείς δημοσιογράφους – παρουσιαστές, οι οποίοι έχουν προσβάλλει πολλάκις απλούς πολίτες και που ουδεμία σχέση έχουν με τις αξίες της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας.

Έτσι η Θέμιδα κατάντησε «Μπογδάνος», όχι πια τυφλή, αλλά πάσχουσα από ιδεολογικό στραβισμό. Καταδίκασε έναν άνθρωπο με τρόπο που θα μπορούσε να ενοχοποιήσει τον καθένα, ανεξάρτητα από την ενοχή του, ανεξάρτητα από την αλήθεια. Για να το θέσουμε καλύτερα, έπλασε μία αλήθεια που βόλευε τις περιστάσεις, οδηγώντας έτσι τα λάθος άτομα στην τιμωρία.

Το αν είναι η Ηριάννα αθώα δεν μπορούμε να το ξέρουμε, ούτε να το υποστηρίξουμε με βεβαιότητα. Μπορούμε όμως, να είμαστε σίγουροι για την ενοχή της δικαστικής ομάδας που δεν δίστασε να στερήσει ένα μέρος της ζωής αυτής της κοπέλας, όπως συνέβη και στην περίπτωση του Τάσου Θεοφίλου, ο οποίος κρίθηκε αθώος στις 7 Ιουλίου 2017 μετά από 5 χρόνια φυλάκισης. 5 χρόνια που δεν θα του δοθούν πίσω ποτέ, 5 χρόνια που θα μπορούσαν να στερηθούν από τον καθένα μας. Για την Ηριάννα ίσως αυτά τα «χαμένα χρόνια» να είναι 13 (!) και στην Ελλάδα των μεγάλων τελικών, των reality και των οπαδών, λίγοι θα βρουν τον χρόνο να ασχοληθούν με την δήμευση της ζωής της. Στην χώρα όπου όλοι εθελοτυφλούν, η Θέμιδα προσπαθεί να κοιτάξει κατά μέτωπον το δίκαιο, μολονότι ο στραβισμός της δεν της το επιτρέπει. Αν την αφήσουμε να συνεχίσει την δράση της κατ’ αυτόν τον τρόπο τότε θα γίνουμε ένοχοι κι εμείς. Η ενοχή μας όμως δεν θα έχει καμία σχέση με την ενοχή της Ηριάννας, αλλά θα ταυτίζεται περισσότερο με αυτή των μεγάλων αδικούντων, αυτών των όρνιων που δίκασαν και καταδίκασαν άδικα, μα δεν δικάστηκαν ποτέ.

mm

Γεννήθηκα το καλοκαίρι του ’99 στη Λέσβο, όμως ζω από τριών χρονών στην Αθήνα. Μικρός συνήθιζα να διαβάζω για δεινόσαυρους και αρχαίους μύθους ενώ λάτρευα τα ζώα και την φύση. Μεγαλώνοντας αγάπησα την Ιστορία, την φιλοσοφία, την ποίηση και τον αθλητισμό. Αναρχικός στην σκέψη και την ιδεολογία, μακριά από δόγματα και κόμματα. Θεωρώ την βία το χείριστο προσόν του ανθρωπίνου είδους και το χιούμορ το βέλτιστο. Απαισιόδοξος και αιθεροβάμονας ταυτοχρόνως, με όνειρα για μια νέα κοινωνία ουσιώδους σεβασμού και άμεσης δημοκρατίας.