Ως ανθρώπινα όντα αγαπάμε το φως, αντιμετωπίζοντάς το ακόμα πολλές φορές ως κάτι ανώτερο, ανυπέρβλητο ή και θείο. Ανά τους αιώνες συμβόλισε την ελπίδα, την ευτυχία και την γνώση. Οι πολιτισμοί κάθε εποχής και κάθε τόπου είχαν εφεύρει πνεύματα και θεότητες που προσωποποιούσαν το φως και τις πηγές του (τον ήλιο, την σελήνη, τα άστρα, την φωτιά) και τα λάτρευαν με ιδιαίτερους τρόπους. Η απουσία του, μάλιστα, συνεπαγόταν άσχημες καταστάσεις.

Μέχρι και σήμερα, η παγκοσμίως πιο διαδεδομένη παιδική φοβία είναι αυτή για το σκοτάδι, πράγμα που φαίνεται απολύτως λογικό. Το σκοτάδι κρύβει το άγνωστο, συμβολίζει την ανικανότητά μας να αντιδράσουμε εγκαίρως σε κάποιον κίνδυνο, μας κάνει ευάλωτους στο περιβάλλον όπου βρισκόμαστε. Πολλοί είναι αυτοί, ωστόσο, που το αντιμετωπίζουν διαφορετικά, ίσως πιο ρομαντικά, ίσως πιο αισιόδοξα. Πολλά έχουν ειπωθεί για τα άστρα που λάμπουν χάρη στο σκοτάδι που τα περιτριγυρίζει, λίγοι όμως έχουν ασχοληθεί με το σκοτάδι αυτό καθαυτό. Τι είναι; Γιατί υπάρχει; Γιατί ο νυχτερινός ουρανός δεν είναι εξ ολοκλήρου σκοτεινός αλλά στολίζεται με αυτά τα μικροσκοπικά λαμπερά σπυράκια;

Η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα μοιάζει προφανέστατη. Αφού τα αστέρια υπάρχουν εκεί όπου υπάρχουν, αντανακλώντας ή εκλύοντας φως, είναι φυσικό να τα βλέπουμε. Κάνοντας, όμως, μία τέτοια παραδοχή ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα νέο –πιο δύσκολο- ερώτημα: γιατί δεν υπάρχουν παντού αστέρια;

Ίσως να ακούγεται χαζό, ίσως ακόμα και παράλογο, όμως η απορία αυτή που διατύπωσε το 1823 –αν και όχι πρώτος- ο γιατρός και ερασιτέχνης αστρονόμος Χάινριχ Όλμπερς (1758-1840) είχε απολύτως λογική βάση. Το παράδοξο που φέρει το όνομά του (συχνά αποκαλείται και παράδοξο του σκοτεινού νυχτερινού ουρανού) εκφράζεται ως εξής: «Ακόμα και αν δεν πιστέψουμε ότι το Σύμπαν έχει άπειρο μέγεθος, μπορούμε να δεχτούμε ότι είναι τόσο τεράστιο, που πρακτικά εκτείνεται στο άπειρο. Επομένως, προς όποια φορά και αν στρέψουμε το βλέμμα μας θα πρέπει να μπορούμε να διακρίνουμε το φως κάποιου άστρου. Ως εκ τούτου, ο νυχτερινός ουρανός θα πρέπει να είναι όσο φωτεινός –αν όχι και περισσότερο- όσο και εκείνος της ημέρας».

Ο θεωρητικός φυσικός και συγγραφέας Jim Al-Khalili, στην προσπάθειά του να εξηγήσει το παράδοξο στο βιβλίο του «Οι Δαίμονες της Φυσικής», είχε χρησιμοποιήσει την παρακάτω αναλογία.
«Φανταστείτε ότι βρίσκεστε καταμεσής ενός πολύ μεγάλου δάσους που εκτείνεται στο άπειρο προς όλες τις κατευθύνσεις. […] Αν εξακοντίσετε ένα βέλος προς μία τυχαία θέση το βέλος θα συνεχίζει την ευθεία πορεία του χωρίς να πέφτει στο έδαφος (σ.σ. δεδομένου ότι έχει τις ιδιότητες του φωτός άρα δεν του ασκείται βαρυτική δύναμη) μέχρι να προσκρούσει σε κάποιο δέντρο. Ακόμη και αν δεν προσκρούσει σε κάποιο κοντινό δέντρο, εφόσον το δάσος είναι άπειρο κάποιο δέντρο, όσο μακριά και αν βρίσκεται θα παρεμβληθεί στην τροχιά του βέλους».
Στην πραγματικότητα, συμβαίνει ακριβώς το ανάποδο με το φως. Δηλαδή, εάν τα μάτια μας είναι ο τοξότης, ίσως να μπορούσαμε να πούμε ότι «ρίχνουμε» το βλέμμα μας στα άστρα (όπως ρίχνει και αυτός το βέλος του στα δέντρα) και μας είναι αδύνατο να στοχεύσουμε κάπου όπου δεν υπάρχει άστρο (δέντρο). Όμως, το φως είναι αυτό που μπορεί φυσικά να ταξιδεύει προς το μέρος μας. Σκεφθείτε, λοιπόν, ότι τα μάτια μας είναι το δέντρο το οποίο στοχεύει ένας άπειρος στρατός τοξοτών που έχουν την δυνατότητα να ρίχνουν συνεχώς και ταυτόχρονα τα βέλη τους προς όλες τις κατευθύνσεις (χωρίς να αλληλοσκοτώνονται).

Όσο κατανοητό και αν γίνεται με αυτή η αλληγορία το παράδοξο του Όλμπερς, η λύση του μοιάζει να υπήρξε ένας Γολγοθάς για την επιστημονική κοινότητα, η οποία είχε να διαχειριστεί μία πολύ δυσνόητη έννοια στις φυσικές εφαρμογές-εκείνη του απείρου. Κι όμως, η πρώτη απάντηση στην απορία του Όλμπερς (η απάντηση του οποίου απορρίφθηκε) δεν ήρθε από κάποιον εξειδικευμένο επιστήμονα, αλλά την πλέον αναπάντεχη πηγή.
Ο σπουδαίος συγγραφέας και ποιητής του 19ου αιώνα Έντγκαρ Άλλαν Πόε, δημοσίευσε το 1848 -ένα χρόνο πριν πεθάνει- ένα δοκίμιο με τίτλο «Eureka: A Prose Poem» (Εύρηκα: ένα ποίημα σε πρόζα). Το συγκεκριμένο έργο δεν γνώρισε ποτέ την λογοτεχνική αναγνώριση που είδαν τα περισσότερα γραπτά του. Αποτελούσε, κατά κύριο λόγο, μία προσωπική του άποψη, ένα σύνολο από εικασίες σχετικά με την φύση και την προέλευση του σύμπαντος και την ιδέα του για την θεϊκή φύση (είχε ονομάσει τον θεό συγγραφέα).

Το κείμενο του αυτό χλευάστηκε έντονα στις μέρες του, ακόμα και από φίλους του, ενώ ακόμα και σήμερα θεωρείται μη σοβαρό λόγω των άτοπων υποθέσεων, των λανθασμένων συμπερασμάτων και των κωμικών περιγραφών. Ο ίδιος, μάλιστα, θεωρούσε πως ήταν η καλύτερη δουλειά του, πιο σημαντική ακόμα και από το νόμο της βαρύτητας που είχε διατυπώσει ο Newton, αποθαρρύνοντας έτσι και τους ελάχιστους που εκτίμησαν το γραπτό.

Μπορεί στο σύνολό του το «Eureka» να μην εντυπωσίασε, υπήρχε όμως ένα απόσπασμά του, που έφερε επανάσταση στην μετέπειτα επιστήμη της κοσμολογίας. Συγκεκριμένα ο Πόε είχε γράψει:
«Αν η ακολουθία των άστρων ήταν ατελείωτη, τότε το υπόβαθρο του ουρανού θα παρουσίαζε ομοιόμορφη φωτεινότητα, όπως αυτή που παρουσιάζει ο γαλαξίας –εφόσον δεν θα μπορούσε να υπάρξει κανένα απολύτως σημείο σε όλο αυτό το υπόβαθρο, όπου δεν θα υπήρχε κάποιο αστέρι. Ο μόνος τρόπος, επομένως, με τον οποίο, κάτω από μία τέτοια κατάσταση πραγμάτων, θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε τα κενά που ανακαλύπτουν τα τηλεσκόπιά μας σε αναρίθμητες κατευθύνσεις, θα ήταν να υποθέσουμε ότι η απόσταση του αόρατου υποβάθρου είναι τόσο μεγάλη, ώστε καμιά ακτίνα δεν έχει καταφέρει ακόμα να φτάσει ως εμάς».
Έτσι, λοιπόν, λύθηκε το παράδοξο του Όλμπερς, όχι με την κλασική επιστημονική μέθοδο (παρατήρηση-υπόθεση-πείραμα-συμπέρασμα), αλλά με βάση την διαίσθηση ενός -πιθανώς-τρελαμένου καλλιτέχνη. Η μαθηματική απόδειξη της θεωρίας αυτής δόθηκε αργότερα, το 1901, από έναν από τους σημαντικότερους επιστήμονες της εποχής, τον λόρδο Κέλβιν.
Ποια ήταν όμως η σημασία της απάντησης του Πόε; Δεν βλέπουμε όλα τα αστέρια που υπάρχουν, επειδή το φως τους δεν έχει φτάσει ακόμα ως τον πλανήτη μας. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;

Σύμφωνα με την θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης (Big Bang Theory), το σύμπαν δημιουργήθηκε κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, έχει δηλαδή κάποια συγκεκριμένη ηλικία, άρα έναν πεπερασμένο χρόνο ζωής. Αν δεν δεχτούμε πως το σύμπαν μας κάποτε άρχισε να υπάρχει, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο χρόνος ζωής του είναι ίσος με το άπειρο, αρκετός δηλαδή για να προλάβει το φως ακόμα και των πιο απομακρυσμένων αστεριών να φτάσει στα μάτια μας. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ως εκ τούτου, η μόνη πιθανή θεωρία είναι αυτή που προτείνει πως το σύμπαν (τουλάχιστον στη διαστελλόμενη κατάσταση που το γνωρίζουμε) είχε κάποια χρονική αφετηρία. Η απάντηση, δηλαδή, που μας έδωσε διαισθητικά και εν μέσω μίας πολυτάραχης περιόδου στη ζωή του ο συγγραφέας του «Κορακιού» αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λίθο της απόδειξης του Big Bang–ίσως της της εντυπωσιακότερης επιστημονικής θεωρίας που διατυπώθηκε ποτέ.

Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα κοιτάξετε τον σκοτεινό νυχτερινό ουρανό, μην παρασυρθείτε μόνο από την μαγεία των άστρων που βλέπετε. Αφουγκραστείτε τα κενά ανάμεσά τους, κατανοήστε το πώς ξεκίνησαν τα πάντα. Κοιτάχτε βαθιά μέσα στο έρεβος και μην φοβηθείτε ούτε στιγμή, γιατί κάποτε το φως από όλα τα άστρα του κόσμου θα φτάσει στα μάτια σας. Και που ξέρετε, ίσως να δείτε πρώτοι ένα νέο άστρο να εμφανίζεται. Προς το παρόν, ας απολαύσουμε όλοι το σκοτάδι γιατί μπορεί κάποτε να «δύσει» οριστικά. Όπως έγραψε ο Πόε:

Σε οράσεις της σκοτεινής νύχτας
Χαρές που φύγαν είχα ονειρευτεί-
Αλλά ένα αφυπνιστικό όνειρο ζωής και φωτός
Θλιμμένο με είχε αφήσει

Από το ποίημα Ένα Όνειρο (A Dream)

 

mm

Γεννήθηκα το καλοκαίρι του ’99 στη Λέσβο, όμως ζω από τριών χρονών στην Αθήνα. Μικρός συνήθιζα να διαβάζω για δεινόσαυρους και αρχαίους μύθους ενώ λάτρευα τα ζώα και την φύση. Μεγαλώνοντας αγάπησα την Ιστορία, την φιλοσοφία, την ποίηση και τον αθλητισμό. Αναρχικός στην σκέψη και την ιδεολογία, μακριά από δόγματα και κόμματα. Θεωρώ την βία το χείριστο προσόν του ανθρωπίνου είδους και το χιούμορ το βέλτιστο. Απαισιόδοξος και αιθεροβάμονας ταυτοχρόνως, με όνειρα για μια νέα κοινωνία ουσιώδους σεβασμού και άμεσης δημοκρατίας.