Ήταν 8 του Οκτώβρη, πριν από 50 χρόνια. Στο μικρό χωριό της La Higuera, η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη, βαριά, αμήχανη. Ένα νέο κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα, ένας ψίθυρος που ακουγόταν σαν βροντή. Μια είδηση φαινομενικά απίστευτη μονοπωλούσε το ενδιαφέρον των κατοίκων της περιοχής.

Κάποιος βρισκόταν αιχμάλωτος στο σχολείο του οικισμού: κάποιος που όλοι γνώριζαν, που όλοι είχαν ακούσει. Κάποιος που πολλοί πιθανώς να φοβούνταν, που μερικοί σίγουρα μισούσαν και που ορισμένοι ίσως να θαύμαζαν.
Η εκτέλεση αυτού του άνδρα θα γινόταν πραγματικότητα το μεσημέρι της επομένης. Η 9η Οκτωβρίου του 1967 γράφτηκε στην ιστορία, ως η ημερομηνία θανάτου του Ernesto Guevara de la Serna. Σαν σήμερα, ο 27χρονος αλκοολικός στρατιώτης του βολιβιανού στρατού, Mario Terán, ανέλαβε να τον σκοτώσει. Όμως δεν τα «κατάφερε»!

Μπορεί η εκτέλεση να ήταν επιτυχής, μπορεί ο 39χρονος τότε επαναστάτης να δέχθηκε 9 σφαίρες και το σώμα του να κατέρρευσε, αλλά αυτό δεν μπόρεσε να επιφέρει τον καθ’ ολοκληρίαν θάνατό του. Κι αυτό γιατί ο Τσε (όπως τον ονόμασαν στην Γουατεμάλα, από το διαδεδομένο στη Αργεντινή επιφώνημα) ήταν κάτι παραπάνω από μια βιολογική ύπαρξη. Ήταν ένας άνθρωπος με πάθος, θάρρος και σκοπό, θιασώτης του πηγαίου ρομαντισμού του, πεισματάρης και θρασύς απέναντι σε ότι τον ενοχλούσε ή τον πλήγωνε.

Η φιγούρα του έμεινε ανεξίτηλη στον χρόνο και, παρόλο που χρησιμοποιήθηκε σαν εμπόρευμα από την καπιταλιστική βιομηχανία που ο ίδιος μισούσε, ακόμα και σήμερα εμπνέει και διδάσκει. Η ζωή του αποτελεί λαμπρό παράδειγμα της δύναμης που μπορεί να εκρεύσει από την θέληση, της αλλαγής που μπορεί να επέλθει στον κόσμο και της αλλαγής που μπορεί να προκληθεί από τον κόσμο.

«Άσε τον κόσμο να σε αλλάξει και μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο»
-Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

Ο Ερνέστο Γκεβάρα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αργεντινή και ως έφηβος «εξερεύνησε» την παγκόσμια φιλοσοφία, την ποίηση και την λογοτεχνία. Παρότι έπασχε από άσθμα (πράγμα που τον δυσχέρανε και στο πεδίο της μάχης αργότερα) διακρίθηκε σε διάφορα αθλήματα. Από σχετικά νεαρή ηλικία ασπάστηκε προοδευτικές απόψεις, ενώ ανήκε στο σύνολο των αντιφρονούντων του καθεστώτος που είχε εγκαθιδρύσει ο Χουάν Περόν στην χώρα. Το 1948 ξεκίνησε τις σπουδές του στην Ιατρική, στο πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες, κατά την διάρκεια των οποίων έκανε δύο μεγάλα ταξίδια. Η πρώτη του εξόρμηση ήταν μια διαδρομή 4500 χιλιομέτρων στην βόρεια Αργεντινή, την οποία και διέσχισε με ένα ποδήλατο όπου είχε εγκαταστήσει μια μηχανή. Η δεύτερή του περιπέτεια, όμως, ήταν αυτή που έμελλε να αλλάξει για πάντα την ζωή του και να επανακαθορίσει την προσωπικότητά του. Συγκεκριμένα, τον Δεκέμβριο του 1951, μαζί με τον επιστήθιο φίλο του AlbertoGranado, ξεκίνησαν με μία Νόρτον Ποδερόσα το ταξίδι τους στην Λατινική Αμερική, όπου βίωσαν τις άθλιες συνθήκες ζωής των λαών όλης της ηπείρου. Οι εμπειρία στιγμάτισε τον νεαρό τότε Ερνέστο, τον έκανε να ασπαστεί την φιλοσοφία του Μαρξισμού και να ενστερνιστεί τα επαναστατικά του ιδεώδη∙ αυτή ήταν η γένεση του Τσε.


(Ο Ερνέστο Γκεβάρα και ο Αλμπέρτο Γρανάδο προετοιμάζουν την Ποδερόσα)

Αφού επέστρεψε στην Αργεντινή, ολοκλήρωσε τις σπουδές του και ύστερα αποχώρησε και πάλι, αυτή την φορά οριστικά. Περιπλανήθηκε στην Λατινική Αμερική, με σκοπό να αλλάξει τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων και να δώσει ένα τέλος στην εκμετάλλευσή τους από τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες. Μετά από την δράση του στην Γουατεμάλα, κατέληξε στο Μεξικό, εκεί όπου γνώρισε τον Φιντέλ Κάστρο και εντάχθηκε στον αντάρτικο στρατό του, που στόχο είχε να ανατρέψει το τυραννικό, υποβασταζόμενο από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, καθεστώς του Μπατίστα στην Κούβα.

Κι έτσι έγινε. Τον Νοέμβρη του 1956, 82 αντάρτες επιβιβάστηκαν στην Granma, μια μικρή, φθαρμένη βενζινάκατο, και κατέπλευσαν στην ακτή LasColoradas. Παρά τις αντιξοότητες, η αρχή της επανάστασης ήταν γεγονός. Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν σκληρά μα και νικηφόρα. Ο Τσε ανέλαβε χρέη καθοδηγητή(commandante) στην μάχη απέναντι στον καθεστωτικό στρατό και χρησιμοποίησε τον πνευματικό του πλούτο για να αναζωογονήσει τους συντρόφους του, απαγγέλοντας ποίηση και αναγιγνώσκοντας φιλοσοφικά έργα. Η μεγάλη νίκη ήρθε την πρωτοχρονιά του 1959, μετά την κατάληψη της SantaClaraαπό τον Τσε και τον στρατό του, κάτι που ανάγκασε τον FulgencioBatistaνα πάρει το αεροπλάνο για την Δομινικανή Δημοκρατία, και μαζί μια περιουσία του ύψους των 300 εκατομμυρίων δολαρίων. Οι επαναστάτες κατέλαβαν την Αβάνα το επόμενο πρωί, «ξαναρχίζοντας» έτσι την ιστορία.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Τσε συμμετείχε στην πολιτική και κοινωνική αναδιαμόρφωση της τροπικής νήσου, μιλώντας για τον «Νέο Άνθρωπο» που ήθελε να δει, ένα μοντέλο ανθρώπου που απορρίπτει την αλαζονεία και την απληστία, υιοθετώντας τις αρετές της συνεργατικότητας, της αλληλεγγύης και του σεβασμού.
Ο Τσε ήταν ο εμπνευστής του συστήματος δωρεάν περίθαλψης που μέχρι και σήμερα ξεχωρίζει την Κούβα στα διεθνή στάνταρ, καθώς και της δωρεάν εκπαίδευσης που κατάφερε να μηδενίσει τον αναλφαβητισμό στην 15ετία που ακολούθησε. Οι μεταρρυθμίσεις του, φυσικά, άγγιξαν και την βιομηχανία, κρατικοποιώντας τον πλούτο και υψώνοντας μια ασπίδα κόντρα στον οικονομικό ιμπεριαλισμό που μάστιζε την χώρα.


(Ο Τσε στην Σανγκάη)

Τον Απρίλιο του 1961, στρατεύματα της CIA επιτέθηκαν στην Κούβα, σε μια εκστρατεία που χαρακτηρίστηκε από απόλυτη αποτυχία. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους ο Τσε Γκεβάρα θα εκφράσει την «ευγνωμοσύνη» του προς τον Αμερικανό πρόεδρο John Kennedy, καθώς, όπως ανέφερε, «πριν την επίθεση η επανάσταση ήταν τρεμάμενη. Τώρα είναι δυνατότερη από ποτέ».

 


(Ο Γκεβάρα με τον Λένον)

Σαν διπλωματικός εκπρόσωπος της Κούβας ο Τσε εξέφρασε τα παράπονά του για τις διεθνείς συγκυρίες. Μεταξύ άλλων, κατηγόρησε τις ΗΠΑ για τον ισχυρισμό ότι αποτελούν δημοκρατία «ενώ υποστηρίζουν την ολιγαρχία, τις διακρίσεις εναντίον των μαύρων πολιτών και τα ξεσπάσματα οργής της Ku Klux Klan», ενώ με έναν πύρινο λόγο του στον ΟΗΕ, έστρεψε το ενδιαφέρον της παγκόσμιας κοινής γνώμης στο καθεστώς του Apartheidστην Νότια Αφρική, στοχοποιώντας την ανικανότητα των Ηνωμένων Εθνών να σταματήσουν τις μαζικές δολοφονίες από λευκούς ρατσιστές.


(Ο Τσε κατά την διάρκεια λόγου του στον ΟΗΕ, Νέα Υόρκη)

Μετά από μία σειρά διεθνών επεμβάσεων, επισκέψεων και λόγων, και με τελευταία στάση την Αλγερία, ο Τσε επέστρεψε στην Κούβα τον Μάρτη του 1965, όποτε και εξαφανίσθηκε από τον δημόσιο βίο. Σύντομα το μυστήριο πήρε μεγάλες διαστάσεις, με τον Φιντέλ Κάστρο να δηλώνει αρχικά ότι «ο λαός θα ενημερωθεί για την κατάσταση του Γκεβάρα, όταν ο ίδιος το επιθυμήσει», και αργότερα, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους να διαβάζει την τελευταία επιστολή του Τσε. Στο «αποχαιρετιστήριο γράμμα», όπως ονομάστηκε, ο Τσε εξέφρασε την αέναη αλληλεγγύη του στην Κουβανική επανάσταση, ξεκαθαρίζοντας όμως την επιθυμία του να αποχωρήσει από την Κούβα για να συνεχίσει τον διεθνή επαναστατικό του αγώνα, παραιτούμενος από όλες τις κυβερνητικές του αρμοδιότητες και αποκηρύσσοντας την τιμητική του κουβανική υπηκοότητα.

Η παραπάνω απόφαση, πιθανώς να οφειλόταν σε μια ρήξη στην σχέση του με τον Κάστρο, ωστόσο ήταν ο δρόμος που ο ίδιος ο Τσε ήθελε να ακολουθήσει: αυτός της διαρκούς πάλης υπέρ των αδύναμων του κόσμου. Η δράση του συνεχίστηκε στο Κονγκό, ωστόσο η εμπειρία του εκεί ήταν άσχημη, μιας και τα τοπικά αντάρτικα σχήματα καθοδηγούνταν από διεφθαρμένους πολιτικούς και οι λαϊκές μάζες παρέμεναν αδρανείς ως προς την επανάσταση. Αργότερα, θα δήλωνε: «Δεν μπορούμε να ελευθερώσουμε μόνοι μας μια χώρα που δεν θέλει να πολεμήσει», ενώ σαν υπότιτλο του ημερολογίου του για τα γεγονότα στην Αφρική έγραψε: «Αυτή είναι η ιστορία μιας αποτυχίας».

Ο Τσε παρέμεινε κρυφά για 6 μήνες στην Τανζανία και την Τσεχοσλοβακία, όπου και ασχολήθηκε με την συγγραφή δύο βιβλίων του, πριν επισκεφθεί για τελευταία φορά την Κούβα για να συναντήσει τον Κάστρο και την οικογένειά του. Τότε ήταν που άφησε και το τελευταίο του γράμμα,εκείνο που θα διαβαζόταν μετά τον θάνατό του.
Η επόμενη περιπέτειά του θα έβρισκε σπίτι στην Βολιβία, εκεί όπου την εξουσία είχε καταλάβει πραξικοπηματικά ο στρατηγός René Barrientos, ο οποίος δεχόταν και την αμέριστη βοήθεια της CIA. Ο Τσε γρήγορα εντάχθηκε στο τοπικό απελευθερωτικό κίνημα και πολέμησε για αυτό μέχρι τελικής πτώσης. Όμως, ο αγώνας του αυτός θα γνώριζε σύντομα το τέλος. Συγκεκριμένα, κάποιος πληροφοριοδότης ενημέρωσε τις αρχές για την παρουσία του Γκεβάρα και η επόμενη μέρα βρήκε 1800 «επίσημους» στρατιώτες να έχουν περικυκλώσει την μικρή αντάρτικη ομάδα στην οποία ανήκε.

Στο σχολείο όπου κρατούταν αιχμάλωτος και πέρασε τις τελευταίες του στιγμές, ο Τσε κατάφερε μονάχα να ενισχύσει τον θρύλο του. Οι ανακριτικοί πράκτορες της CIA, δεν κατάφεραν να αποσπάσουν ούτε μία πληροφορία από τα χείλη του, ενώ η δασκάλα του σχολείου,Julia Cortez, αναφέρει ότι ο διάλογος που είχε μαζί του χαράχτηκε βαθιά στο μυαλό και την ψυχή της:
-Γιατί πολεμάτε;
-Για τα ιδανικά μας.Μαχόμαστε υπέρ των φτωχών και των καταπιεσμένων, είναι λάθος να θεωρείτε εμάς κακούς. […] Είναι αντιπαιδαγωγικό να περιμένετε τα παιδιά των χωρικών να μορφωθούν σε αυτές τις συνθήκες (αναφερόμενος στην άθλια κατάσταση του σχολείου), ενώ οι κυβερνήτες οδηγούν ακριβά αμάξια Mercedes. Απέναντι σε αυτό ακριβώς πολεμάμε.

Η ώρα της εκτέλεσής του είχε φτάσει. Ο Τεράν είχε ο ίδιος ζητήσει να την φέρει σε πέρας, επειδή ομάδες ανταρτών είχαν σκοτώσει τρεις από τους φίλους του. Ο Γκεβάρα οδηγήθηκε σε μια καλύβα όπου περίμενε αλυσοδεμένος το τέλος του. Ένας φύλακας τότε τον ρώτησε αν τον ενδιαφέρει η αθανασία του, με εκείνον να απαντά:«Όχι, με ενδιαφέρει μόνο η αθανασία της επανάστασης».
Όταν ο εκτελεστής του μπήκε στο δωμάτιο, σήκωσε το όπλο του μα δίστασε να ανοίξει πυρ. Τότε ο Τσε τον έφτυσε, λέγοντας του τα εξής:
«Ξέρω πως ήρθες για να με σκοτώσεις.
Πυροβόλα με, δειλέ. Θα σκοτώσεις μονάχα έναν άνθρωπο»

Αυτά ήταν και τα τελευταία του λόγια κι αυτή η τελευταία απόπειρα δολοφονίας του. Ωστόσο, ο θάνατος αυτός δεν εμπόδισε την μετ’ έπειτα ιδεολογική νίκη του απέναντι στον Τεράν, αφού 39 χρόνια μετά, το 2006, ο βολιβιανός πρώην στρατιώτης υπεβλήθη δωρεάν σε μια εγχείρηση καταρράκτη από κουβανούς γιατρούς, στο πλαίσιο του προγράμματος δωρεάν περίθαλψης που ενέπνευσε ο μεγάλος επαναστάτης. Ο Τσε θυσιάστηκε και για τους εχθρούς του. Το γνώριζε και σίγουρα ήταν χαρούμενος γι’ αυτό.
Τα λείψανα του παρέμειναν χαμένα για πολλά χρόνια και επέστρεψαν στην Κούβα, στην θρυλική Σάντα Κλάρα, πολλά χρόνια αργότερα, όταν τα πράγματα στην Κούβα ήταν διαφορετικά από τα οράματά του. Το γεγονός ότι παράτησε όλες τις ανέσεις και τα αξιώματα που είχε ως κυβερνητικό μέλος υπογραμμίζει με τον πιο εξόφθαλμο τρόπο τις ιδεολογικές, αλλά και πνευματικές του διαφορές από τον Κάστρο και άλλους επιτυχημένους επαναστάτες που κατέλαβαν την εξουσία. Ήταν το δείγμα του ανθρώπου που επέλεξε να αφήσει όσα είχε για τον εαυτό του, διεκδικώντας τα πάντα για τους άλλους.Ο μεγάλος φιλόσοφος Ζαν-Πολ Σαρτρ είχε πει χαρακτηριστικά για αυτόν: «Ο Τσε δεν είναι απλά ένας διανοούμενος, αλλά και ο πιο ολοκληρωμένος άνθρωπος της εποχής μας».


(Από αριστερά προς τα δεξιά: Σιμόν Ντε Μπουβουάρ, Ζαν-Πολ Σαρτρ, Τσε Γκεβάρα)

Η δίψα του για αλλαγή, η θέληση και το πείσμα του, τα ιδανικά για τα οποία έδωσε την ζωή του, η πνευματικότητα και η ευφυΐα του συνέθεσαν αυτόν τον σύγχρονο «Δον Κιχώτη», μία από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του 20ου αιώνα, έναν ήρωα που δεν αποκαθηλώθηκε ποτέ και γνώρισε μόνο βιολογικό θάνατο. Η μνήμη του, το παράδειγμά του και η θυσία του δεν μπορούν να εκτελεστούν με κανένα μέσο και η φωνή του θα συνεχίζει για πάντα να φωνάζει αυτό που πρέσβευε η ψυχή του: Hasta La Victoria Siempre. Μέχρι την τελική νίκη.

 

mm

Γεννήθηκα το καλοκαίρι του ’99 στη Λέσβο, όμως ζω από τριών χρονών στην Αθήνα. Μικρός συνήθιζα να διαβάζω για δεινόσαυρους και αρχαίους μύθους ενώ λάτρευα τα ζώα και την φύση. Μεγαλώνοντας αγάπησα την Ιστορία, την φιλοσοφία, την ποίηση και τον αθλητισμό. Αναρχικός στην σκέψη και την ιδεολογία, μακριά από δόγματα και κόμματα. Θεωρώ την βία το χείριστο προσόν του ανθρωπίνου είδους και το χιούμορ το βέλτιστο. Απαισιόδοξος και αιθεροβάμονας ταυτοχρόνως, με όνειρα για μια νέα κοινωνία ουσιώδους σεβασμού και άμεσης δημοκρατίας.