Πέρασαν δύο χρόνια από την ημέρα που έφυγε από τη ζωή ο μέγιστος David Bowie κι όμως, το θυμάμαι σαν χθες…

Ο David Robert Jones, ή όπως είναι πιο γνωστό, David Bowie, με αυτή την ιδιαίτερη ομορφιά στους οφθαλμούς του, γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου του 1947, στο Μπρίξτον του Ηνωμένου Βασιλείου. Ήταν άνθρωπος της τέχνης και άφησε το στίγμα του ως μουσικός, ηθοποιός, μουσικός παραγωγός και ενορχηστρωτής. Γονείς του ήταν οι Margaret Mary & Haywood Stenton Jones. Πήγε σχολείο στο Λονδίνο για 6 χρονιά, ενώ στην συνέχεια η οικογένεια μετακόμισε, το 1953, στο προάστιο του  Bromley. Το επώνυμο αποφάσισε να το κάνει Bowie, για ν’ αποφύγει την σύγχυση με τον τότε μουσικό Davy Jones.

Από μικρή ηλικία ανακάλυψε το ταλέντο του στην μουσική και μεγαλώνοντας θέλησε να ασχοληθεί επαγγελματικά με αυτή…
Στην διάρκεια της 10ετίας του 1970 χαρακτηρίστηκε ως πρωτοπόρος στον χώρο της μουσικής. Εμφανίστηκε για 1η φορά το 1969 ερμηνεύοντας το τραγούδι “Space Oddity” που έφτασε στο Τοπ 5 των chart του Ηνωμένου Βασιλείου!

 Την πρώτη του μπάντα, τους Konrads, την έφτιαξε σε ηλικία 15 ετών και ο ίδιος είχε αναλάβει τον ρόλο του κιθαρίστα. Τότε ανακοίνωσε στους γονείς του ότι σκόπευε να γίνει pop star. Λίγο αργότερα εγκατέλειψε την μπάντα και αναζήτησε κάποιον ώστε να τον βοηθήσει να μπει στη μουσική βιομηχανία. Ο Dick James ανέλαβε αυτόν τον ρόλο και άρχισε να τον προμοτάρει. Ο Bowie άρχισε να περιπλανιέται από τη μία μπάντα στην άλλη ελπίζοντας σε κάποια αναγνώριση χωρίς κάποια ιδιαίτερη επιτυχία. Λίγο αργότερα κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του solo album με τίτλο το όνομα του, το οποίο όμως, είχε ακριβώς την ίδια τύχη. Η γνωριμία του με τον χορευτή και καλλιτέχνη Lindsay Kemp ήταν καθοριστική για την μετέπειτα πορεία του. Από αυτόν επηρεάστηκε ώστε να ασχοληθεί με την τέχνη των μίμων, την υποκριτική και το avant-garde στοιχείο. Δουλεύοντας στην ομάδα του Kemp πήρε όλα τα απαραίτητα συστατικά για να φτιάξει τις μετέπειτα παράξενες προσωπικότητές του. Μαζί με τη φιλενάδα του Mary Finnigan δημιούργησαν ένα club στο Λονδίνο, το Beckenham Arts Lab, το οποίο έγινε ιδιαίτερα διάσημο αφού μεταμορφώθηκε σε ένα καλλιτεχνικό εργαστήρι. Το δεύτερο album του με τίτλο «Space Oddity» κινούταν σε ρυθμούς folk και με στίχους για την αγάπη και την ηθική, αλλά δε γνώρισε επιτυχία όταν κυκλοφόρησε.

Το 1969 γνώρισε την Angela Barnett, την οποία παντρεύτηκε την ίδια χρονιά. Η επιρροή της επάνω του ήταν καθοριστική. Αποφάσισε να φτιάξει μια ακόμη μπάντα τους The Hype, οι οποίοι ντύνονταν με περίεργα κουστούμια και έπαιζαν folk ακουστική μουσική. Οι πρώτες τους εμφανίσεις ήταν απογοητευτικές και γρήγορα ο Bowie αποφάσισε να είναι μόνο αυτός το πρόσωπο του συγκροτήματος.

Το album «The Man Who Sold The World» κυκλοφόρησε το 1970 και είχε επιρροές από hard rock και ακουστικά περάσματα. Η ανδρόγυνη φιγούρα που είχε υιοθετήσει ο Bowie ήταν το σήμα κατατεθέν του, με τον ίδιο να ποζάρει με ένα φουστάνι στο εξώφυλλο του album του. Το ίδιο φουστάνι φορούσε σε συνεντεύξεις και όταν κυκλοφορούσε στο δρόμο, για να προκαλέσει αντιδράσεις. Οι κριτικοί άρχισαν να τον προσέχουν και να εγκωμιάζουν την μοναδική του εμφάνιση.

 Όταν πήγε στην Αμερική επηρεάστηκε από τον punk ήχο της Νέας Υόρκης και βάζοντας μαζί όλες τους τις ιδέες κατέληξε σε αυτό που θα γινόταν αργότερα η περσόνα του Ziggy Stardust, ένας συνδυασμός από Iggy Pop και Lou Reed. Όταν γύρισε στην Αγγλία εξέφρασε την επιθυμία του να φτιάξει έναν χαρακτήρα που θα ήταν σαν να προσγειώθηκε από τον Άρη. Το «Hunky Dory» ήταν το επόμενο album του που κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα και στο οποίο ήδη μπορούσε κανείς να παρατηρήσει μια αλλαγή στο μουσικό του ύφος. Παρότι δεν γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία, το τραγούδι «Kooks» είναι αυτό που ξεχώρισε, το οποίο ο Bowie έγραψε για τον γιο του που είχε γεννηθεί εκείνη τη χρονιά.

Το επόμενο εγχείρημά του ήταν η δημιουργία της περσόνας του Ziggy Stardust. Έβαψε τα μαλλιά του κόκκινα, πρόσθεσε βαρύ μακιγιάζ, φόρεσε φανταχτερά κουστούμια και ονόμασε το συγκρότημα «Spiders From Mars», ξεκινώντας να δίνουν ζωντανές παραστάσεις που είχαν τεράστια επιτυχία και εκτόξευσαν τη φήμη του. Πολλοί θεωρούν ότι δημιούργησε μια δική του σχολή, που άσκησε μοναδική επιρροή στην pop κουλτούρα, παραπάνω από οποιονδήποτε άλλο καλλιτέχνη.

Το «The Rise and Fall of Ziggy Stardust» που κυκλοφόρησε το 1972, συνδύαζε hard rock και experimental στοιχεία. Από κει έχει μείνει κλασικό το «Starman», το οποίο ήταν το εισιτήριο του προς στην απόλυτη δόξα. Ο άλλος του εαυτός τον στοίχειωσε και δεν αποχωριζόταν ποτέ ο ένας τον άλλον. Όπως αργότερα περιγράφει ο Bowie, ήταν μια πολύ επικίνδυνη περίοδος για την ψυχική του υγεία. Οι Spiders From Mars σταμάτησαν να δημιουργούν μαζί μετά από λίγο καιρό, αλλά ο Bowie είχε φτάσει πλέον, σε νέα ύψη την καριέρα του. Μάλιστα, τα παλιά του albums επανακυκλοφόρησαν και ανέβηκαν ψηλά στα charts της Βρετανίας και της Αμερικής.

Μετά από μερικά πολύ επιτυχημένα albums του, το «Station To Station» του 1976 εισήγαγε μια νέα περσόνα του Bowie, τον «Λεπτό Λευκό Δούκα», σύμφωνα με το ομώνυμο τραγούδι. Πειραματιζόταν με διάφορα μουσικά είδη, όπως τη funk, τη soul και το krautrock. Παράλληλα όμως, ο εθισμός του στα ναρκωτικά μεγάλωνε, στις συνεντεύξεις του ήταν αφηρημένος και η ψυχική του υγεία είχε κλονιστεί λόγω της εκτεταμένης χρήσης κοκαΐνης.

Η περιοδεία για την προώθηση του συγκεκριμένου album, ήταν αρκετά επιτυχημένη, αλλά χρωματίστηκε πολιτικά όταν σε μια συναυλία του στη Σουηδία, ο Bowie δήλωσε ότι η Βρετανία θα χρειαζόταν έναν φασίστα ηγέτη ή όταν χαιρέτησε ναζιστικά στο Λονδίνο πάνω σε μια Mercedes. Η φωτογραφία από αυτόν τον χαιρετισμό δημοσιεύτηκε στο ΝΜΕ. Ο Bowie απέδωσε την ξαφνική του αυτή «λατρεία» στο ναζιστικό κίνημα στη χρήση ναρκωτικών που τον έκαναν να έχει εμμονή με τον Χίτλερ και την άκρα δεξιά. Λίγο αργότερα μετακόμισε στο Δυτικό Βερολίνο, έχοντας έντονο ενδιαφέρον για τη γερμανική μουσική σκηνή. Δούλεψε με τον Brian Eno, ενώ μοιραζόταν ένα διαμέρισμα με τον Iggy Pop, με τον οποίο φημολογούνταν ότι είχε σχέση. Άρχισε να ενδιαφέρεται για την ambient και ηλεκτρονική μουσική. Ηχογράφησε τρία albums στην γερμανική πρωτεύουσα («Low», «Heroes», «Lodger») που έγιναν γνωστά ως η «Τριλογία του Βερολίνου».

Το 1979 ήταν και το τέλος του γάμου του με την Angela… Οι αρχές της δεκαετίας του ’80 τον βρήκαν έντονα επηρεασμένο από το κίνημα New Romantic, το οποίο αντικατοπτρίζεται στο album του «Scary Monsters (and Super Creeps)» . Το 1981 συνεργάστηκε με τους Queen στο single «Under Pressure», που έγινε αυτομάτως hit. Το «Let’s Dance» του 1983 έγινε πλατινένιο σε Βρετανία και Αμερική και το ομώνυμο τραγούδι έγινε ένα από τα αγαπημένα video clips του Mtv.

Το 1989 δημιούργησε τους «Tin Machine», μια hard rock μπάντα στην οποία ήταν ο άτυπος ηγέτης. Μαζί ηχογράφησαν δύο albums, αλλά ο ισχυρογνώμων Bowie δεν άφηνε πολλές ελευθερίες στα υπόλοιπα μέλη. Παράλληλα, το 1990 γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του, το μοντέλο από τη Σομαλία, Iman. Μετά τη διάλυση των Tin Machine, τα 90s τον βρήκαν να επηρεάζεται έντονα από την electronica, όπως φαίνεται καθαρά στο album του «Black Tie, White Noise». Μάλιστα επέλεξε τους industrial rockers Nine Inch Nails, για να τον ακολουθήσουν στην παγκόσμια τουρνέ του. Ο Trent Reznor συνεργάστηκε μαζί του στο single «I’m Afraid of Americans», ένα αρκετά διαφορετικό κομμάτι από αυτά που τον είχε συνηθίσει το κοινό. Ένα άλλο συγκρότημα που έχαιρε της εκτίμησής του, ήταν οι Placebo, τους οποίους πολλοί θεωρούν πνευματικά του παιδιά. Μαζί ηχογράφησαν το «Without You I’m Nothing», με τον Bowie να κάνει τα backing vocals στο συγκλονιστικό αυτό κομμάτι. Kυκλοφόρησε δύο albums, το «Heathen» και το «Reality» τα οποία όμως, δεν έλαβαν διθυραμβικές κριτικές. Συμμετείχε σε soundtracks, διαφημιστικά και συναυλίες, ενώ τιμήθηκε και με ένα βραβείο Grammy για τη συνολική του προσφορά στη μουσική το 2006. Πέρα από τη μουσική, ο Bowie όμως, έχει δείξει το ταλέντο του και στη μεγάλη οθόνη, επιλέγοντας να αναλάβει δύσκολους ρόλους, όπως στο «The Hunger» με την Catherine Deneuve όπου έπαιξε έναν βρικόλακα, έναν εξωγήινο στο «The Man Who Fell To Earth», τον Πόντιο Πιλάτο στον «Τελευταίο Πειρασμό», τον Nichola Tesla στο «Prestige» και μια αξέχαστη εμφάνιση στο «Zoolander».

Οι καινοτομίες που ο Bowie εισήγαγε στην pop μουσική και κουλτούρα τη δεκαετία του ’70, άλλαξαν τα μέχρι τότε δεδομένα. Μαζί με τον Marc Bolan των T-Rex είναι υπεύθυνοι για το κίνημα του glam rock, που ακόμα επηρεάζει τη μόδα και τη μουσική. Η μοναδική του ικανότητα να αναπαράγει τον εαυτό του σε κάθε album ή εμφάνιση, σίγουρα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην έμπνευση της Madonna ή της Lady Gaga. Εκτός από τα πολλά βραβεία και τις διακρίσεις που έχει λάβει, βρίσκεται σε υψηλές θέσεις στις λίστες με τους καλύτερους μουσικούς όλων των εποχών. Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι χωρίς την πολύπλευρη προσωπικότητα του, τίποτα δε θα ήταν ίδιο στη μουσική… Το τελευταίο του άλμπουμ κυκλοφόρησε το 2003 με τίτλο  ‘’Reality’’…

(Δείτε ολόκληρη τη δισκογραφία του εδώ.)


Το 2016, έμελλε να είναι η καθοριστική χρονιά, που ο μεγάλος star θα έδινε την τελευταία του μάχη με την άσχημη αυτή αρρώστια… Τελικά, στις 10 Ιανουαρίου, 2 μέρες μετά τα 69α γενέθλιά του, έχασε τη 18μηνη μάχη του με τον καρκίνο. Ο θάνατός του προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση παγκοσμίως και εκατομμύρια κόσμος τις μέρες εκείνες, αναζητούσε στο διαδίκτυο, πράγματα σχετικά με το όνομά του.

 

 

Όχι, δε θα ξεχάσω τον καθηγητή, που στο 1ο έτος, μας έβαζε να ακούμε στον ελεύθερο χρόνο μουσικές του David Bowie.

Όχι, δε θα ξεχάσω το απόλυτο “Absolute Beginners” που αφιέρωσα…


2 χρόνια χωρίς τον David Bowie λοιπόν.
Σε ευχαριστούμε για την προσφορά και τις καινοτομίες σου στον κόσμο της μουσικής!

mm

Γεννημένος το ’97 και φίλος κάθε μορφής τέχνης. Σπουδάζω Ηλεκτρονικός Μηχανικός στο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα της Αθήνας. Ασχολούμαι με το ραδιόφωνο και τους Η/Υ και έχω ως χόμπι τη φωτογραφία. Η αρθρογραφία για μένα είναι ένας τρόπος έκφρασης. Αγαπώ τα ταξίδια, τις ταινίες και την καλή παρέα. Η μεγαλύτερη αδυναμία μου, είναι η μουσική, το τραγούδι και η κιθάρα.