Έρευνα στα πλαίσια του 21ου Κοινοβούλιου Νέων που διοργάνωσε η S.A.F.I.A στις 29/3/2017 – 2/4/2017 στην Αθήνα.

Αποτέλεσμα εικόνας για safia athens

 Στις 20 Ιανουαρίου του  2017, ο Donald Trump γίνεται ο 45ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, προκαλώντας ανησυχία και έκπληξη στη διεθνή κοινή γνώμη. Μέσα από τις προεκλογικές του εξαγγελίες διαγράφεται ένα ιδιόμορφο πλάνο εξωτερικής πολιτικής, που μεταβάλει την ισορροπία ισχύος μεταξύ Ρωσίας και Κίνας, οι οποίες έχουν αναδειχθεί σε κύριους δρώντες του παγκόσμιου status quo. Ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος, φαίνεται να υιοθετεί ορισμένα χαρακτηριστικά του επιχειρηματικού του παρελθόντος στο διεθνές περιβάλλον και αυτό γίνεται εμφανές στην ιδιαίτερη έμφαση που επιδεικνύει στην εσωστρέφεια των αγορών και την αναδιάρθρωση των διπλωματικών σχέσεων.

Οι ΗΠΑ, δηλαδή, επιδιώκουν αναπάντεχα την προώθηση ενός κλίματος συνεργασίας με τη Ρωσία, ώστε να επιτευχθεί η αποδυνάμωση της Κίνας και η διατήρηση της πρωτοκαθεδρίας στο διεθνές πολιτικό προσκήνιο, όπως υπαγορεύει το προεκλογικό του σύνθημα «Make America Great Again». Η οικοδόμηση του γεωστρατηγικού τριγώνου, σε συνδυασμό με τη μετατόπιση του πολιτικού ενδιαφέροντος στα Ασιατικά κράτη, θα επαναπροσδιορίσει τη διεθνή πραγματικότητα και θα καταστήσει επιτακτική την περαιτέρω ανάλυση των αιτιών της διεθνούς “σύρραξης”.

Αποτέλεσμα εικόνας για trump      Αποτέλεσμα εικόνας για putin      Xi Jinping March 2017.jpg

(Donald Trump)                                   (Vladimir Putin)                                   (Xi Jiping)

 

ΣΙΝΟ – ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

  • Διπλωματικό – πολιτικό πεδίο

Την τρέχουσα περίοδο, οι σινό-αμερικανικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από ‘’διλήμματα ασφαλείας’’, που απορρέουν από τη μεταξύ τους διαμάχη για τη διεθνή πρωτοκαθεδρία. Εν γένει, η πολιτική Trump αντικαθιστά την ως τώρα εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στην Ασία, το λεγόμενο στρατηγικό δόγμα‘Pivot to Asia’’ της κυβέρνησης Obama (2012), δηλαδή τη νομιμοποίηση της αμερικανικής επιρροής εκεί. Η πρακτική αυτή, εκτείνεται στην αμφισβήτηση του One- China policy,  μιας διπλωματικής προσέγγισης πενήντα ετών, κατά την οποία υπάρχει μόνο ένα κράτος,  που φέρει το επίσημο όνομα  Κίνα, παρόλο που αποτελεί αντικείμενο διεκδίκησης δύο διαφορετικών κυβερνήσεων .

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, δεσμεύει όλα τα συναλλασσόμενα μαζί της κράτη, να μην αναγνωρίζουν την Ταϊβάν, ως ‘’Δημοκρατία της Κίνας’’. Παρά την αυστηρή αυτήν υποχρέωση, η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση, φαίνεται να μην αποδέχεται τις παγιωμένες κυριαρχικές βλέψεις της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας επί της Νήσου, με την οποία επιδιώκει ένωση. Η μετεκλογική επικοινωνία, του Αμερικανού προέδρου με την πρωθυπουργό της  Ταϊβάν, Tsai Ing-wen, για την προσπάθεια σύναψης διπλωματικών σχέσεων, επιβεβαιώνει την μεταστροφή αυτή.

Αποτέλεσμα εικόνας για one china policy        Αποτέλεσμα εικόνας για taiwan and china one china policy map

Αντίστοιχα, στη Νότια Σινική θάλασσα, όπου διέρχεται το ένα τρίτο της παγκόσμιας ναυτιλίας και εντοπίζονται πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, φαίνεται να αποτυπώνεται γεωγραφικά η τριβή μεταξύ των δύο χωρών, αναφορικά με την εκμετάλλευση και τη χάραξη της ΑΟΖ. Η τελευταία, αν και αρκετά περιορισμένη γεωγραφικά, περιβρέχεται από 9 κράτη ( Ταϊβάν, Φιλιππίνες, Μαλαισία, Μπρουνέϊ, Ινδονησία και Βιετνάμ και δύο αυτοδιοικητικών περιφερειών), δυσχεραίνοντας τα κυριαρχικά ζητήματα. Οι ΗΠΑ, απαξιώνουν την κινεζική στρατηγική των 9 σημείων , προβάλλοντας τις αρχές της διεθνούς ναυσιπλοΐας και έρευνας , αποσκοπώντας να αποκτήσουν στρατηγικό έρεισμα στην περιοχή. Μάλιστα, η  αντιπαράθεση κορυφώθηκε, τον Δεκέμβριο του 2016, με την κατάσχεση ενός μη επανδρωμένου αμερικανικού υποβρυχίου (drone), στέλνοντας σαφές μήνυμα στην Washington, περί προβολής των κινεζικών αξιώσεων στο Σινικό Θαλάσσιο χώρο .

Αποτέλεσμα εικόνας για 9 dash line china

  • Διάστημα και περιβάλλον

Ταυτόχρονα, οι επιδιώξεις της νεοσύστατης αμερικανικής κυβέρνησης προσανατολίζονται και στην διατήρηση της κυριαρχίας στο διάστημα, στα πρότυπα της πολιτικής του John F.Kennedy, ως αντιστάθμισμα στις κινεζικές φιλοδοξίες για ισχυρή παρουσία στο χώρο. Η επιθυμία των ΗΠΑ, για την περαιτέρω ανάπτυξη των ερευνητικών και επιχειρησιακών αποστολών της NASA, απορρέει από την συνεχώς αυξανόμενη κινεζική ροή κεφαλαίου, προς την αναβάθμιση του διαστημικού της προγράμματος.

Όσον αφορά την ατζέντα για την κλιματική αλλαγή, παρά το γεγονός ότι και οι δύο χώρες αποτελούν τους κύριους παγκόσμιους ρυπαντές, δεν ανταποκρίνονται όμοια στην διεθνή περιβαλλοντική ευθύνη.  Από τη μία, η ρεπουμπλικανική κυβέρνηση φαίνεται να περιθωριοποιεί το περιβάλλον ως παράγοντα ισχύος, την ίδια ώρα που η Κίνα δομεί την οικονομία της, βασιζόμενη στις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και συνακόλουθα την πράσινη οικονομία. Συνεπώς, η οπισθοχώρηση των ΗΠΑ από την περιβαλλοντική πολιτική, φαίνεται να αναδεικνύει την Κίνα, ως  πρωτοπόρο παγκόσμιο παίκτη στην πράσινη επιχειρηματικότητα καθώς ήδη  μετρά  3,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας, πλήττοντας την αμερικανική εγχώρια αγορά. Προς επίρρωση των παραπάνω, προβλέπεται η αύξηση σε 10 εκατομμύρια θέσεις με χρονικό ορίζοντα το 2020 στην Κίνα ,ενώ αντιστρόφως οι ΗΠΑ αναπτύσσουν την βιομηχανία άνθρακα, προκειμένου να συσπειρώσουν την εσωτερική τους βάση, που απαρτίζεται κυρίως από εργατικά χέρια.

Αποτέλεσμα εικόνας για pollution china               Αποτέλεσμα εικόνας για pollution china

 

  • Εμπορικός – οικονομικός ανταγωνισμός

Ως εκ τούτου, ένας εμπορικός πόλεμος μεταξύ των δυο εμπορικών κολοσσών, ΗΠΑ και Κίνας, διαφαίνεται στον ορίζοντα, προκαλώντας τριγμούς στη διεθνή γνώμη. Ποια είναι, εντούτοις, τα πραγματικά περιστατικά που συνηγορούν υπέρ της διεξαγωγής της εν λόγω εμπορικής διένεξης;

Σε πρώτο στάδιο, υπό το κάλυμμα της εμπορικής ασπίδας που προσφέρει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, ανιχνεύεται η «νομιμοποιούμενη» καταστρατήγηση των διεθνών εμπορικών κανονισμών, με εμφανείς συνέπειες στις εμπορικές σχέσεις των δύο κρατών. Ενδεικτικά, ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος εξήγγειλε την επιβολή δασμών της τάξεως του 45% στις κινεζικές εισαγωγές, με πρωταγωνιστές τους τομείς της κλωστοϋφαντουργίας και των ηλεκτρονικών ειδών. Η ενέργεια αυτή, συνεπάγεται πλήρη παράβαση των απορρεουσών νομικών δεσμεύσεων των ΗΠΑ προς τον ΠΟΕ και προσφέρει το έναυσμα στην κινεζική ηγεσία να λάβει αντίστοιχα μέτρα με την απόρριψη των αμερικανικών εισαγωγών. Παράλληλα, στους κόλπους του ΠΟΕ εκτυλίσσονται πρακτικές dumping, με σκοπό την αύξηση του μεριδίου εξαγωγών στην εξωτερική αγορά και την ενίσχυση του αθέμιτου ανταγωνισμού, μέσω της μείωσης των τιμών των εγχώριων παραγόμενων αγαθών προς περιορισμό των αντίστοιχων εισαγωγών. Καταληκτικά, μια αξιοσημείωτη ένδειξη της συγκεκριμένης εμπορικής “σύρραξης”, φαίνεται να είναι τα αυξημένα ποσοστά των περιβαλλοντικών ρύπων της κινεζικής βιομηχανίας, καθώς και η πάγια τακτική απομίμησης των αμερικανικών προϊόντων σύμφωνα με το νεοδιορισθέν μέλος του Συμβουλίου του Εθνικού Εμπορίου των ΗΠΑ Peter Navarro.

Στο επίκεντρο του εμπορικού ενδιαφέροντος της κινεζικής αγοράς, βρίσκεται ο μέσος Αμερικανός καταναλωτής, γεγονός που τροφοδοτεί αδιαλείπτως την πολιτική του εθνικού απομονωτισμού, που προάγει η νεοσύστατη κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Ένα ισχυρό τεκμήριο υπέρ αυτού αποτελεί η πρόσφατη υπαναχώρηση των ΗΠΑ από την εμπορικη συμφωνια  Trans-Pacific Partnership και τη διεθνοποιημένη αγορά, καθιστώντας ως πρωταρχικό πιθανότερο αναπληρωτή την κινεζική οικονομία. Πιο συγκεκριμένα, μετά την οικοδόμηση ενός ισχυρού ψυχροπολεμικού κλίματος μεταξύ των δυο εμπορικών υπερδυνάμεων, το κινεζικό κράτος εγκαινίασε μια δυναμική «επιχείρηση γοητείας», τόσο προς την Ε.Ε., όσο και προς την Ασία. Η σύναψη διμερών εμπορικών σχέσεων σε συνδυασμό με τη σύσταση του «Δρόμου του Μεταξιού», μια εμπορική ζώνη μεταφοράς προϊόντων, που εκτείνεται από το Καζακστάν μέχρι την ΕΕ, διεύρυνε την προσβασιμότητα της ενωσιακής αγοράς. Άλλωστε, επιτυγχάνεται μεγαλύτερη απόδοση και μικρότερο κόστος, καθώς η μεταφορά μέσω σιδηροδρομικών γραμμών διαρκεί μόνο 3 εβδομάδες και κοστίζει 7 φορές λιγότερο από το θαλάσσιο.

Στις παρυφές της εμπορικής αναξιοπιστίας της αμερικανικής αγοράς, η οποία αναζωπυρώθηκε με τη δράση του Donald Trump εντοπίζεται η προσπάθεια συσπείρωσης των κρατών της Κεντρικής Ασίας. Κυριότερη  έκφραση της συγκεκριμένης τάσης, είναι ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σανγκάης που απαρτίζεται από 8 κράτη της Ασίας, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας και της Ρωσίας με σκοπό τη διαφύλαξη της διεθνούς στρατιωτικής και οικονομικής σταθερότητας. Ωστόσο, υπογραμμίζεται πως πρόκειται για ένα μπλοκ φανερά εμποτισμένο με αντιαμερικανικές αντιλήψεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για brics

Σε παράλληλη τροχιά κινείται η ενδυνάμωση του αναδυόμενου οικονομικού μορφώματος των χωρών BRICS. Ο συνασπισμός αυτός συγκεντρώνει το 30% του διεθνούς ΑΕΠ και σε συνδυασμό με τη δημιουργία της Νέας Αναπτυξιακής Τράπεζας θεωρείται το αντίπαλον δέος της φιλο-αμερικάνικης δράσης του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας λόγω της μεγάλης δανειοδοτικής της ικανότητας. Εν κατακλείδι, τα παραπάνω συνηγορούν στην αποσταθεροποίηση της διεθνούς εμπορικής ισορροπίας και στην θεσμική υπέρβαση της ειρηνικής διακρατικής συνεργασίας.

ΡΩΣΟ – ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για trump and putin

  • Πολιτικό δόγμα

Παράλληλα, αμφιλεγόμενες πρακτικές του Donald Trump αντικατοπτρίζονται στην ακολουθούμενη εξωτερική πολιτική και ως προς τη Ρωσική Ομοσπονδία, χαρακτηριζόμενες ως επί το πλείστον από ποικίλες αντιφάσεις. Παραδοσιακά, τη στρατηγική των ΗΠΑ υπαγορεύουν τα δύο δόγματα των θεωρητικών Brzezinski και Kissinger. Πιο συγκεκριμένα, ο πρώτος υποστήριξε την πρόσδεση της Ανατολικής Ευρώπης στο άρμα Δυτικών συμφερόντων, προκειμένου να ανασχεθούν οι ιμπεριαλιστικές βλέψεις της Σοβιετικής Ένωσης. Εν αντιθέσει, ο Kissinger επεσήμανε την αποκλιμάκωση των σχέσεων με τη Σοβιετική Ένωση, ούτως ώστε να αντιμετωπιστεί η άνοδος του Ισλάμ, μία στρατηγική που εως τώρα φαίνεται να υιοθετεί ο Τrump.

Η διαφορά στην εξωτερική πολιτική που ακολουθεί ο νυν Αμερικανός Πρόεδρος σε σχέση με τους προκατόχους του -όπως George Bush, Barack Obama- ανιχνεύεται κυρίως στις διαπροσωπικές του σχέσεις με τον Ρώσο ομόλογό του,Vladimir Putin. Τον Ιούλιο του 2016, ο Trump φέρεται να ζήτησε από τη Ρωσία  την παραβίαση της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της Hillary Clinton, αρνούμενος τις κατηγορίες που του επιρρίφθησαν από την κυβέρνηση Obama, η οποία διέταξε τη διενέργεια ερευνών προς εντοπισμό ενδεχόμενης ρωσικής παρέμβασης στη διαδικασία των αμερικανικών εκλογών. Επιπλέον, η απερχόμενη αμερικανική κυβέρνηση για να αποφύγει πιθανή συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών, προχώρησε στην απέλαση 35 Ρώσων διπλωματών .

Αμυντική πολιτική

Σχετική εικόνα

Όσον αφορά στον αμυντικό τομέα, σε προεκλογικό επίπεδο, ο νεοκλεγείς πρόεδρος χαρακτηρίζει το ΝΑΤΟ, ως έναν «απαρχαιωμένο θεσμό».Σύμφωνα με δηλώσεις του, αυτό οφείλεται, τόσο στην αναποτελεσματικότητα του Βορειοατλαντικού Συμφώνου στη μάχη κατά της τρομοκρατίας, όσο και στη μη πληρωμή του αναλογούντος ποσοστού, το οποίο αντιστοιχεί στο 2% του ΑΕΠ των κρατών και αποτελεί το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής στον οργανισμό.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Τrump άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο χαλάρωσης των οικονομικών κυρώσεων, που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία για το ρόλο που διαδραμάτισε στην ουκρανική κρίση, δηλώνοντας πως επιθυμεί την ενδυνάμωση των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων. Ωστόσο, αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις δηλώσεις της πρέσβειρας των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, Nikki R. Haley, η οποία άσκησε δριμεία κριτική ενάντια στη Ρωσία, για την παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας, υπογραμμίζοντας ότι οι οικονομικές κυρώσεις θα συνεχιστούν έως την επιστροφή της στην Ουκρανία.

Η ρεπουμπλικανική κυβέρνηση, ήδη από τις  πρώτες μέρες στην εξουσία, τόνισε την ανάγκη διατήρησης στενότερων σχέσεων με τη Ρωσία. Ωστόσο, αξιοσημείωτη είναι η ουδετεροποίηση της στάσης του, μετά την παραίτηση του Μichael Flynn, συμβούλου του σε θέματα εθνικής ασφάλειας και εντόνως κατηγορουμένου για φιλορωσική στάση.

Επιπροσθέτως, ένα ακόμη σημείο τριβής Η.Π.Α – Ρωσίας μπορεί να αποτελέσει η υποψηφιότητα του Μαυροβουνίου, ως μέλους του ΝΑΤΟ, την οποία οι Αμερικανοί κρίνουν ως σημαντική για τα συμφέροντά τους, στέλνοντας ισχυρό μήνυμα στα υπόλοιπα κράτη-μέλη του οργανισμού σχετικά με την ενότητά του. Το τελευταίο, προσκρούει στις στρατηγικές επιδιώξεις της Ρωσίας, καθώς αυτή θεωρεί, ότι η εν λόγω χώρα υπάγεται παραδοσιακά στη σφαίρα επιρροής της.

Τόσο πριν όσο και μετά την εκλογική του νίκη, ο Τrump έχει προβεί σε  αντικρουόμενες ανακοινώσεις και στο θέμα του πυρηνικού εξοπλισμού των ΗΠΑ λέγοντας, ότι ναι μεν αναγνωρίζει τους κινδύνους των πυρηνικών όπλων, όμως ταυτόχρονα επιθυμεί την ενίσχυσή τους. Μάλιστα, αξιοσημείωτα είναι όσα ειπώθηκαν στο πρώτο τηλεφώνημα με τον Putin στις 9 Φεβρουαρίου του 2017. Ο τελευταίος απαίτησε την παράταση της συνθήκης “New Start” Reduction Treat Strategic Arms y που υπογράφηκε  μεταξύ Οbama και του τότε Ρώσου Προέδρου Dmitry Medvedev  και  η οποία υποχρεώνει τις δύο χώρες  να μειώσουν τον στρατηγικό  τους οπλισμό μέχρι το 2018. Ο Trump από την πλευρά του, κατήγγειλε τη συνθήκη ισχυριζόμενος ,ότι ευνοεί τη Ρωσία και ότι αυτή  υπήρξε «μία από τις δυσμενέστερες συμφωνίες που διαπραγματεύτηκε η κυβέρνηση Ομπάμα».

Βέβαια ενάντια σε ένα βαριά οπλισμένο κράτος, όπως η Ρωσία ή η Κίνα, η προώθηση ενός πυρηνικού πολέμου είναι παράλογη. Αυτό διαφαίνεται και από το γεγονός ότι, αφού o Πρόεδρος παρέλαβε τους πυρηνικούς κωδικούς, περιέγραψε την εμπειρία ως “πολύ στενάχωρη”  και ένα “πολύ επικίνδυνο πράγμα” . Παράλληλα, η ανάπτυξη προγράμματος εκτόξευσης  πυραύλων εδάφους από τη Ρωσία, παραβιάζοντας τη συνθήκη μεταξύ Ρωσίας-ΗΠΑ του 1987, σχετικά με την απαγόρευση εκτόξευσης μεσαίου βεληνεκούς πυραύλων εδάφους, πιθανόν να προκαλέσει πολιτικό ρήγμα στις σχέσεις των δύο χωρών. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η Γερουσία, δύσκολα θα υπογράψει οποιαδήποτε άλλη νέα συμφωνία με τη Ρωσία, τη στιγμή μάλιστα που εκκρεμούν ακόμα οι κυρώσεις λόγω της Κριμαίας. Επίσης, αυτό ίσως θα μπορούσε να συσπειρώσει τα ευρωπαϊκά κράτη υπό την ασπίδα του ΝΑΤΟ, ενάντια στη Ρωσία. Επιπρόσθετα, η εγκατάσταση του αντιπυραυλικού συστήματος THAAD στη Νότια Κορέα με αμερικάνικη πρωτοβουλία και με το πρόσχημα της ανάσχεσης της Βόρειας Κορέας οδήγησε στην αντίδραση της Ρωσίας, καθώς εκλαμβάνει την ενέργεια αυτή ως απειλή για την ασφάλειά της.

  • Ενεργειακά 

Αποτέλεσμα εικόνας για energy usa russia

Εξελίξεις παρατηρούμε να διαδραματίζονται και στο χώρο της ενέργειας. Πιο συγκεκριμένα, o Τραμπ κατά την προεκλογική του εκστρατεία είχε αναφέρει σκέψεις για άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και μάλιστα μέχρι και αναγνώριση των κατεχόμενων Ουκρανικών εδαφών ως Ρωσικών. Είναι γεγονός, ότι η μαύρη θάλασσα έχει πλούσια κοιτάσματα φυσικού αερίου, τα οποία όμως η Ρωσία αδυνατεί να εξορύξει χωρίς την τεχνογνωσία της Δύσης , κάτι που συμβαίνει και με τα κοιτάσματα πετρελαίου στην Αρκτική. Παράλληλα, ο Trump έχρησε ως υπουργό εξωτερικών τον πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της ExxonMobil, Rex Tillerson ο οποίος είχε λάβει και φόρο τιμής από τον Ρώσο πρόεδρο αλλά και υπογράφοντας τη σύμπραξη μεταξύ της αμερικανικής εταιρίας και της Ρωσικής Κρατικής πετρελαϊκής Rosneft. Σύμφωνα με τον πρώην Ρώσο υπουργό ενέργειας , ο χρησμός αυτός, άνοιξε το δρόμο για μια σειρά συζητήσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας οι οποίες θα μπορούσαν  να καταλήξουν σε επενδύσεις στον χώρο του πετρελαίου και του αερίου . Στην παρούσα φάση βέβαια , οι παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου δεν επιτρέπουν περιθώρια κέρδους , επομένως ίσως να μην υπάρξουν σημαντικές εξελίξεις στο άμεσο μέλλον.

Συνοψίζοντας, οι επιδιώξεις του νεοεκλεγέντος Προέδρου, για την διατήρηση της κυριαρχικής θέσης της Αμερικής στο πολιτικό προσκήνιο, ασκούν καθοριστική επιρροή στη διαμόρφωση της διεθνούς εξωτερικής της πολιτικής. Το ζήτημα που ανακύπτει είναι, κατά ποσό δύναται μια προεδρική εκλογή να αναδιαμορφώσει τις παγκόσμιες ισορροπίες ισχύος. Η μετατόπιση του πολιτικού ενδιαφέροντος στην Ανατολή και η έντονη παρουσία των αναδυόμενων δυνάμεων στο χώρο, εγκαινιάζει μια δυναμική περιφερειακής ανάπτυξης και συνεργασίας, απειλώντας την κυριαρχική πλαισίωση του διεθνούς αμερικανικού προσανατολισμού. Oι σπασμωδικές διπλωματικές κινήσεις του Trump για την ανάπτυξη των σχέσεων με τη Ρωσία και την αποδυνάμωση της Κίνας, πρόκειται να  συντελέσουν καθοριστικά στη διαμόρφωση των κυρίαρχων δυνάμεων στην παγκόσμια πολιτική σκηνή. Είναι, ωστόσο, εφικτό μια επικείμενη συνεργασία μεταξύ Κίνας και Ρωσίας που απειλεί εμφανώς την ηγεμονία της Αμερικής να δημιουργήσει ένα στρατηγικό δίπολο με ανανεωμένο ψυχροπολεμικό χαρακτήρα;

Η έρευνα, η συγγραφή και η τελική επεξεργασία του παραπάνω επιστημονικού κειμένου έγινε στα πλαίσια του 21ου Πανελλήνιου Κοινουβούλιου Νέων (Π.Κ.Ν), που διοργάνωσε η S.A.F.I.A (Student Association For International Affairs), από την επιτροπή με θέμα ” Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ μετά την εκλογή του Donald Trump: σχέσεις με Κίνα και Ρωσία”. Το κείμενο έλαβε την 2η θέση στην τελική ψηφοφορία του Π.Κ.Ν από τους υπόλοιπους βουλευτές των επιτροπών. Η επιτροπή αποτελείτο από τους:

© Βίκυ Γεωργακοπούλου, Μάνος Μπενόπουλος, Μαίρη Βαρζακάκου, Ρένα Σούρπη, Πετρούλα Αναστασίου, Ρωξάνη Καπαντζάκη, Βάσια Τζαλαβρέτα, Αριάδνη Πετράκη, Πέννυ Λυπημένου, Κίμων Ρήγας, Λεωνίδας Αιντινίδης και συντονιστής ο Σίμος Μοσχίδης

 

 

 

Γεννηθείς τον Οκτώβρη του ’96 εν Αθήναις. Σπουδάζω στο τμήμα των Διεθνών Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Πάντειου Πανεπιστημίου.
Αγαπώ την αρθρογραφία και το ραδιόφωνο ενώ λατρεύω τα βιβλία και τα ταξίδια.