Ο Μάης μπαίνει και αυτό που έχει επικρατήσει στις συνειδήσεις των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο είναι πως η 1η του μηνός, η Πρωτομαγιά είναι μέρα ξεκούρασης, αργία.
Ωστόσο, η σημασία της ημέρας είναι πολύ βαθύτερη, το βάρος που κουβαλά πολύ μεγαλύτερο από εκείνο της «ημέρας που φτιάχνουμε στεφάνι». Αντίθετα από τη διαδεδομένη άποψη, η Εργατική Πρωτομαγιά δεν είναι ούτε η μέρα της Άνοιξης, ούτε η «γιορτή των εργατών» : δεν είναι εορταστική αργία, είναι απεργία.

Κι αυτό γιατί η 1η του Μάη αποτελεί ημέρα μνήμης, μια αξία διαχρονική στην ιστορία, ένας φόρος τιμής στους πεσόντες των εργατικών και επαναστατικών κινημάτων σε όλο τον κόσμο.
Η αρχή έγινε το 1886, όταν στο Σικάγο, το μεγαλύτερο βιομηχανικό κέντρο των ΗΠΑ, ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις και απεργιακές κινητοποιήσεις με ένα αίτημα που ακόμα δεν έχει καθολικά πραγματοποιηθεί: καλύτερες συνθήκες εργασίας και «8 ώρες δουλειάς, 8 ανάπαυσης και 8 ύπνου». Το Σάββατο, 4 Μαΐου, 80.000 διαδήλωναν ειρηνικά στην πλατεία Haymarket, παρουσία πολυάριθμων οπλισμένων αστυνομικών, όταν μια χειροβομβίδα εκτοξεύτηκε προς τους ένστολους. Η συνέχεια;
Οι φρουροί επιτέθηκαν στους διαδηλωτές αφήνοντας νεκρούς στον τόπο, αλλά και τραυματίζοντας εργάτες (ή και οικογενειακά τους μέλη) που απέπνευσαν τις επερχόμενες μέρες, υποκύπτοντας στα τραύματά τους.

Ακολούθησε η σύλληψη οχτώ διαδηλωτών, και μια δίκη, που αποτέλεσε ίσως το μεγαλύτερο σκάνδαλο στην ιστορία της αμερικανικής δικαιοσύνης. Αρχικά, οι εφτά από αυτούς είχαν καταδικαστεί σε θάνατο και ο όγδοος σε 15ετη κάθειρξη. Η οικουμενικότητα του σκοπού των διαδηλώσεων δημιούργησε ένα διεθνές κίνημα κατακραυγής που εναντιώθηκε στην τέλεση των ποινών, χωρίς όμως να βρει αντίκρισμα στο δικαστικό και πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ.

Οι τέσσερις θανατοποινίτες, Parsons, Spies, Engel και Fischer δολοφονήθηκαν την 11η Νοεμβρίου του 1887, αρνούμενοι να καταθέσουν αίτηση χάριτος, ζητώντας έλεος για ένα έγκλημα που ποτέ δεν διέπραξαν. «Θα έρθει η στιγμή που η σιωπή μας θα είναι πιο δυνατή από τις φωνές που στραγγαλίζετε σήμερα», είπε ο August Spies όσο του τοποθετούσαν τη θηλιά στο λαιμό. Ο Fischer και ο Engel φώναξαν εν μέσω ληγμών «Ζήτω η Αναρχία», ενώ ο Parsons ζήτησε από το σερίφη – δήμιο να ακουστούν οι φωνές του λαού. Μια μέρα πριν ο Luis Lingg είχε αυτοκτονήσει μη δεχόμενος να του αφαιρέσει το κράτος τη ζωή. Οι εναπομείναντες τρεις, Fielden, Schwab, Neebe απελευθερώθηκαν το 1892 με εντολή του κυβερνήτη του Illinois, John P. Atgeld, ο οποίος ερωτώμενος αν η απελευθέρωσή τους είναι θετική πολιτική απάντησε πως «είναι δίκαιη».

Φυσικά, η δικαιότητα που επικαλέστηκε ο Atgeld δεν ήταν προϊόν της μεγαλοψυχίας του, αλλά η παραδοχή της ήταν μονόδρομος μετά την εμφάνιση των δεδομένων. Συγκεκριμένα, έγινε γνωστό ότι η αστυνομία αντάμοιψε χρηματικώς ή με προσλήψεις τους μάρτυρες που δέχθηκαν να καταθέσουν κατά των κατηγορούμενων, ενώ απείλησαν με βασανιστήρια όσους μάρτυρες αρνήθηκαν να καταθέσουν σε βάρος τους, κρατώντας και αρκετούς στα κρατητήρια. Μάλιστα, πιθανότερο ενδεχόμενο θεωρήθηκε το ότι η αστυνομία άνοιξε πρώτη πυρά κατά των διαδηλωτών.
Συν τοις άλλοις, ο Atgeld (μέσω κατάθεσής του) κατέκρινε τον δικαστή Gary και τους ενόρκους για την καταδίκη των οχτώ χωρίς απόδειξη, αθωώνοντας όχι μόνο τους τρεις ζωντανούς, αλλά και τους πέντε νεκρούς αγωνιστές που έμειναν στην ιστορία ως « Οι μάρτυρες του Haymarket».

Στην Ελλάδα, η πρώτη πρωτομαγιάτικη έγινε το 1892 με αίτημα το οχτάωρο, την Κυριακάτικη αργία και την κοινωνική ασφάλιση. Τον Φεβρουάριο του 1936 οι καπνεργάτες ξεκινούν μια σειρά διαδηλώσεων, απεργιών και συγκεντρώσεων στην Θεσσαλονίκη, ενώ προχωρούν στην κατάληψη ενός εργοστασίου. Τα γεγονότα του Haymarket επαναλαμβάνονται με την αστυνομία και τον στρατό να δολοφονεί 12 και να τραυματίζει πάνω από 300 εργάτες. Η Πρωτομαγιά στην Ελλάδα θα γίνει και σύμβολο της αντιναζιστικής αντίστασης μετά την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών αγωνιστών του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου στον τοίχο της Καισαριανής το 1944, από τις κατοχικές δυνάμεις.


Στο πλαίσιο μιας τέτοιας ημέρας, ιδιαίτερα φορτισμένης ιστορικά, ταξικά, αλλά και ιδεολογικά, παρατηρούμε την πλήρη ατίμωση της σημασίας της, με παραχάραξη της έννοιας της, εξιδανίκευσής και «λουλουδοποίησής» της, ελάφρυνσης του βάρους της σημασίας της, αλλά και εικόνες αηδίας όπως προϊόντα υποκρισίας και μικροπολιτικής που προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τα νεοφασιστικά μορφώματα, εκμεταλλευόμενα μία ημέρα μνήμης για να σπείρουν το δηλητήριο του μίσους τους.

Όπως και να χει, ο Μάης μπαίνει όχι για να κηλιδώσει μνήμες, αλλά για να μας θυμίσει ότι υπήρξαν άνθρωποι που θυσιάστηκαν για κάποια ιδανικά, για έναν πιο δίκαιο κόσμο. Από το Σικάγο μέχρι την Καισαριανή, από τις απαρχές της Ιστορίας μέχρι και σήμερα, η δικαιοσύνη βεβηλώθηκε πολλές φορές. Κάποιοι ήταν εκεί για να χύσουν κάθε ρανίδα του αίματός τους για ένα καλύτερο αύριο, ένα αύριο που ήταν διατεθειμένοι να μην βιώσουν ποτέ.

ΥΓ : Ο Μάης γεννά αναμνήσεις από ιστορικές περιόδους εξέγερσης, αντίστασης, αμφισβήτησης. Τόσο ο Μάης του 1968, όσο και η Παρισινή Κομμούνα του 1871 αποτελούν εφαλτήρια για τις νέες μας διεκδικήσεις. Το άρθρο αυτό μπορεί να είναι «βαμμένο», είναι όμως ειλικρινές και αυθόρμητο, προϊόν και το ίδιο ενός κόσμου προχωρημένης σήψης, ενός κόσμου που περιμένει νέους Μάηδες για να ανθίσει ξανά, να πετάξει νέα, φρέσκα μπουμπούκια ζωής που θα γίνουν το λουλούδι μιας νέας κοινωνίας.

Γεννήθηκα το καλοκαίρι του ’99 στη Λέσβο, όμως ζω από τριών χρονών στην Αθήνα. Μικρός συνήθιζα να διαβάζω για δεινόσαυρους και αρχαίους μύθους ενώ λάτρευα τα ζώα και την φύση. Μεγαλώνοντας αγάπησα την Ιστορία, την φιλοσοφία, την ποίηση και τον αθλητισμό. Αναρχικός στην σκέψη και την ιδεολογία, μακριά από δόγματα και κόμματα. Θεωρώ την βία το χείριστο προσόν του ανθρωπίνου είδους και το χιούμορ το βέλτιστο. Απαισιόδοξος και αιθεροβάμονας ταυτοχρόνως, με όνειρα για μια νέα κοινωνία ουσιώδους σεβασμού και άμεσης δημοκρατίας.